Σαν σήμερα - Μαρία Φραγκάκη

Οι πρώτες εικόνες – Μαρία Φραγκάκη

 

Μπήκα μέσα στο αεροπλάνο, ελαφρώς νυσταγμένη, ντυμένη καλά και με πολύ μεγάλη χαρά που βγαίνω εξωτερικό μετά από σχεδόν ένα χρόνο. Καθόμαστε στα καθίσματά μας μετά τις ευγενικές και όλο χάρη παροτρύνσεις των αεροσυνοδών και ετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε.

Πριν προλάβουν να μπουν οι τροχοί σε κίνηση, έβγαλα γρήγορα το καινούριο μου βιβλίο από την τσάντα και άρχισα να το διαβάζω. Η αλήθεια είναι ότι σε αυτό το ταξίδι ήθελα να με συντροφεύει μόνο το βιβλίο του Νικόλα, όμως η τσάντα ώμου είναι πολύ μικρή και δεν ήθελα να το τσαλακώσω. Το έβαλα, λοιπόν, μέσα στη βαλίτσα προσεκτικά και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να το ξαναξεκινήσω στο νέο μου προορισμό.

Όπως κρατάω, λοιπόν, στα χέρια μου “Το Μεγαλύτερο Θαύμα στον Κόσμο” του Og Mandino και αρχίζω να διαβάζω τις πρώτες σελίδες, σφηνώνεται στο μυαλό μου το τραγούδι του Χατζή.

“Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι, το μεγαλύτερο ανάκτορο, μοιάζει με ένα μικρούλι τόπι. Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε, από ψηλά αν τους κοιτάξεις, θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι, που στη στιγμή θα τους ξεχάσεις!”

Στο μεταξύ έχουμε ξεκινήσει και ταυτόχρονα απολαμβάνουμε τα λευκά σύννεφα που τα διαπερνάει το φως το ήλιου. Σαν αχνιστά αστέρια που δημιουργούν ένα μαγικό μονοπάτι προς άλλους κόσμους, αλλιώτικους.

Το τραγούδι αρχίζει να σωπαίνει γιατί ακούω όλο και περισσότερο την καρδιά μου προχωρώντας στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου μου. Τα πρώτα δάκρυα, διακόπηκαν από ένα χαμογελαστό “Θα θέλατε να πιείτε κάτι δεσποινίς;”. Τι ντροπή… Σκούπισα τα δάκρυά μου και της είπα βιαστικά ότι θα ήθελα ένα νερό.

Όσο πλησιάζαμε στη Σερβία, τα σύννεφα άρχισαν να βαραίνουν, να πλησιάζουν μεταξύ τους και να φαίνονται ενοχλημένα που περνάμε ανάμεσά τους. Ο ουρανός σκοτείνιασε και μας προειδοποιούσε να μη βγούμε χωρίς μπουφάν έξω. Μία θάλασσα από κεραμίδια ξεπρόβαλε και το μόνο που διαφοροποιήθηκε από τα πορφυρά αυτά κύματα ήταν η γαλήνη του Δούναβη που με επιβλητικότητα τα έσχιζε στη μέση κάνοντας αισθητή την παρουσία του.

Δύο ώρες κράτησε η πτήση.. Νομίζω δηλαδή. Έχασα τελείως το χρόνο μέσα στην αναταραχή που μου προκάλεσε το βιβλίο.

Με τα πολλά και μετά από μία σειρά από ευτράπελα (Έλληνες στη Σερβία, καταλαβαίνετε!) βγήκαμε από το αεροδρόμιο. Πόσο θλιβερή εικόνα.

Δέντρα γυμνά στολισμένα με κοράκια, μία πάχνη ανάμεσά μας, μία ασυνήθιστη ζέστη η οποία μάλιστα δεν ήταν καθόλου αναμενόμενη, ένας θαμπός ουρανός. Όμως σε γέμιζε με μια γλυκιά μελαγχολία. Με ένα παράπονο. Με μία ανάγκη να τη γνωρίσεις, να την καταλάβεις και όχι να την κρίνεις.

Μπήκαμε στο λεωφορείο για το Βελιγράδι και ήδη στα πρώτα μέτρα καταλάβαμε ότι το λεωφορείο αγκομαχούσε από το εσωτερικό του και έβγαζε μία ζέστη που σε ζάλιζε. Κάθισα ανάποδα κι έτσι η πόλη μου φανερωνόταν σιγά σιγά.

Τεράστιες πεδιάδες, οργωμένα χωράφια, πολύ πράσινο, σκορπισμένα σπίτια λες και είχαν τσακωθεί μεταξύ τους. Ήταν και κάποια που είχαν τσακωθεί και με τον ίδιο τους τον εαυτό και έτσι είχαν παραδοθεί στη γη. Μικρά βιομηχανικά κτήρια, άλλα με πολλά παράθυρα, άλλα χτισμένα ασφυκτικά με τούβλα. Κάποιες παράγκες που σε έκαναν να αναρωτιέσαι αν όντως ζουν άνθρωποι εκεί παρά την προφανή απάντηση και διαφημιστικά των mc donalds, τόσα που γίνονταν φορτικά.

Καταλάβαμε ότι μπαίναμε στην πόλη όταν περάσαμε τη γέφυρα πάνω από τον Δούναβη. Λασπωμένα νερά από κάτω μας, αλλά ένας απέραντος στα μάτια μας υδάτινος δρόμος που οδηγούσε.. δεν ξέρουμε που οδηγούσε. Δύσκολο να προσανατολιστούμε.

Αρχικά η πόλη μου θύμισε κάτι ασπρόμαυρες φωτογραφίες που έχω δει της Ελλάδας μετά τον εμφύλιο. Βομβαρδισμένα σπίτια που έχουν μείνει έτσι για να τα χαζεύουν οι τουρίστες και για να τρομάζουν οι ντόπιοι, καμμένα από τον πρώτο όροφο και πάνω τα περισσότερα, μαυρισμένα κτήρια από τους καπνούς των πολέμων και κάπου ανάμεσα μεγαλόπρεπα κτίσματα, σαν παλάτια, που αναζητούσαν και αυτά μία καλύτερη μεταχείριση.

Παρ’ όλη την μουντάδα οι άνθρωποι ήταν πολύ ζεστοί. Σαν Έλληνες που μιλάνε άλλη γλώσσα. Τους άκουγα και το μυαλό μου γέμιζε με αναμνήσεις του προπονητή μου όταν μιλούσε με άλλους σκακιστές.

Περπατώντας, τα μάτια μου συνήθισαν τη σκοτεινιά και άρχισα να απολαμβάνω περισσότερο αυτά που είχε να μου δώσει η πόλη.. Δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι να βρούμε την κατοικία μας. Ξαποστάσαμε λίγο και ξαναβγήκαμε στο δρόμο αναζητώντας μία οπτική και συναισθηματική περιπέτεια.

Αυτά για σήμερα φίλοι μου…

Τις καλύτερες ευχές μου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s